Ο Λευτέρης Χονδρός γεννήθηκε το 1997 στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης και μεγάλωσε στη Σητεία.Υπήρξε φοιτητής του Τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, όμως άφησε τις σπουδές του στο τέταρτο έτος.
Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά, μεταξύ των οποίων ο Χάρτης, το Fractal, το Βακχικόν, το Ποιείν και ο Μανδραγόρας.
Έχουν εκδοθεί τρεις ποιητικές συλλογές του: Το τελευταίο χειρόγραφο (Θράκα, 2019), Οδός Μητροπολίτη (Σμίλη, 2022) και Δέκα μήνες αυταρέσκειας (Θράκα, 2024).
Σήμερα μας συστήνεται στο Persona και μοιράζεται όλα όσα πιστεύει για την τέχνη, την ποίηση, πράγματα που σιχαίνεται να ακούει, αλλά και τον δικό του Παράδεισο.
–Ποίηση: Σε διάλεξε ή την διάλεξες;
Την διάλεξα, εννοείται! Βλέπεις, θα μπορούσα άνετα να βγαίνω και να λέω ότι με επέλεξε από μικρή ηλικία, ότι είμαι ο εκλεκτός της και με χτύπησε με τα βέλη της και με έκανε μνηστήρα της και τα λοιπά και τα λοιπά. Αλλά όπως καταλαβαίνουμε όλοι, δεν είναι έτσι.
Θα σου πω πώς έχουν τα πράγματα: αυτό που πραγματικά ισχύει είναι ότι όντως από μικρή ηλικία ήθελα να ξεχωρίζω. Μου άρεσε. Πες το ανασφάλεια, πες το κόμπλεξ κατωτερότητας, πες το όπως θες.
Ο πατέρας μου, καθηγητής φυσικής και χημείας σε φροντιστήριο, τα «σιχαινόταν» λίγο πολύ όλα τα θεωρητικά μαθήματα.
Και τον ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό γιατί μέχρι και την ηλικία των εικοσιένα δεν ήξερα τι είναι ποίηση. Δεν μεγάλωσα γράφοντας.
Όχι ότι είναι κακό φυσικά να γράφεις από παιδί, αλλά είναι άλλη η αίγλη τού να επιλέγεις κάτι πιο μεγάλος.
Σε μια κρίση της ύστερης εφηβείας μου λοιπόν, προσπαθώντας να απαρνηθώ το βάρος του «γίνε αυτό που θέλουν οι γονείς σου», στράφηκα προς την τέχνη.
Συνειδητά είπα στον εαυτό μου «εσύ θα γίνεις ποιητής, και μάλιστα καλός».
Ακόμα αυτό λέω στον εαυτό μου δηλαδή. Η αλήθεια είναι πως με εκτιμώ και με αγαπώ πολύ.
Διάλεξα τη ποίηση, αφενός γιατί ανακάλυψα ότι έχω μια κάπως κλίση προς τα εκεί, και αφετέρου επειδή ήθελα να κάνω το κάτι διαφορετικό.
Ήθελα και θέλω να είμαι ποιητής, με όλη τη σημασία της λέξης αυτής.
Βέβαια, πλέον γνωρίζω ότι το να δηλώνεις απλά ποιητής, δεν λέει και πολλά.
–Κάτι που έχεις κουραστεί να ακούς από τότε που αποφάσισες να ασχοληθείς με το γράψιμο;
Λοιπόν, πολύ καλή ερώτηση! Θα μπορούσα να σου δώσω πολλές διαφορετικές απαντήσεις. Αλλά δε ξέρω γιατί θα μείνω σε αυτή: έχω κουραστεί να ακούω πως η ποίηση δεν έχει λεφτά.
Μπορεί να με βρίσκει σύμφωνο αυτό, ναι η ποίηση και το γράψιμο δύσκολα γίνεται επάγγελμα, αλλά ρε παιδιά, δεν το κάνουμε γι’ αυτό.
Όσοι γράφουν το κάνουν από πραγματική ανάγκη, θεωρώ πάντα. Κι όσοι δεν το έχουν ανάγκη, καλύτερα είναι να αναγκάσουν τον εαυτό τους να το έχει ανάγκη.
Θα δουν και πιο όμορφα αποτελέσματα στο γράψιμο τους έτσι.
Εντάξει, τώρα που το ξανασκέφτομαι δε με έχει κουράσει τόσο πολύ να το ακούω. Αλλά ναι είναι κάτι που ακούς συχνά όταν βγάζεις ποιητικά βιβλία.
–Στο ποίημα ‘’Εύα’’, αναφέρεσαι ‘’σ’ έναν γεμάτο με μήλα Παράδεισο’’. Ο δικός σου παράδεισος τι περιλαμβάνει όμως;
Ε, νομίζω πολλή καλή ποίηση μουσική ταινίες σειρές λίγο ποδόσφαιρο και μπάσκετ και γενικά τέχνη και μπάλα.
Είμαι λάτρης του ποδοσφαίρου. Κι ας μην έχω γράψει ποιήματα για αυτό.
–Πώς πιστεύεις ότι έχει επηρεάσει η γραφή τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τα πράγματα πλέον;
Η γραφή δεν με έχει επηρεάσει καθόλου στο πώς βλέπω τα πράγματα. Έχω μείνει ο ίδιος λίγο τεμπέλης λίγο κατσούφης άνθρωπος που ήμουν και πριν ξεκινήσω να γράφω.
Αντιθέτως, ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα αποτυπώνεται μες στην γραφή μου. Κι αυτό είναι όμορφο και ουσιώδες θεωρώ.

–Το καλύτερο σχόλιο που έχεις ακούσει για την τέχνη σου;
Τα τελευταία χρόνια έχω ακούσει πολλά καλά σχόλια για τη ποίησή μου. Είμαι ευγνώμων γι’ αυτό. Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν οι αναγνώστες ταυτίζονται με τα ποιήματα που γράφω.
Όταν τους εκφράζουν κατά κάποιον τρόπο. Νομίζω αυτό είναι και το νόημα της τέχνης γενικότερα.
Κι όταν σου λένε άνθρωποι ότι τους άγγιξες, ε αυτό απλά γαμάει!
-Με τι ασχολείσαι αυτή την περίοδο;
Δεν εργάζομαι. Δεν έχω δουλειά. Αυτή τη περίοδο κι εδώ και πολύ καιρό ζω με τους γονείς μου.
Μόνη μου «σοβαρή» ασχολία είναι η τέχνη της ποίησης.
–Τι θα συμβούλευες κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με την ποίηση;
Να πάρει απόφαση να γίνει σπουδαίος σε ό,τι κι αν κάνει.
Να επιλέξει την ομορφιά έναντι του μέτριου.
Και φυσικά να διαβάζει και να γράφει όσο περισσότερο μπορεί.
Και να πω και την αμαρτία μου, νομίζω πως ξεκινώντας να γράφω εγώ ποίηση, αυτό που με βοήθησε να προσπαθώ να αντιγράφω του μεγάλους μας ποιητές.
Μέχρι να βρω το δικό μου στυλ με βοήθησε πολύ. Ακόμα το κάνω καμιά φορά.
ΟΙ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΕΣ
Σκάβουμε ασταμάτητα από το πρωί·
μα τι θέλουμε να ξεθάψουμε;
Καθένας σκάβει όπως μπορεί,
άλλος με το φτυάρι, άλλος με τα χέρια,
άλλος δεν έχει ούτε χέρια ούτε φτυάρι
και σκάβει με τα δόντια –
μα τι θέλουμε να ξεθάψουμε;
Τριγύρω το χώμα υγρό,
η βροχή σταματά λίγο κι ύστερα
ξαναρχινάει
πιο δυνατή, πιο σφοδρή
και περονιάζει τα κόκαλά μας.
Ωστόσο, καθένας έχει τον λάκκο του.
Δώθε ένας έχει πάρει το χρώμα αυτό
λίγο πριν ξεψυχήσει,
μα δε σταματά να σκάβει
κι όλο επιμένει κι επιβιώνει.
Ο κόσμος έχει για φόντο ένα μαύρο,
κάτι το σκοτεινό, κι εμείς βλέπουμε
μόνο τα χέρια μας μελανιασμένα
κι εκείνους τους λάκκους
που μας κοιτάζουν πάντα πίσω.
Νύχτωσε πια·
η ψυχή μας κουράστηκε,
δεν μπορεί άλλο να περιμένει.
Αδράξαμε όλη τη μέρα μας σκάβοντας·
ο λάκκος που μας κοιτάζει πίσω
είναι δικός μας λάκκος.
Αφήνουμε τα φτυάρια ή τα χέρια ή τα δόντια –
μπαίνουμε μέσα.
Τώρα μπορούμε να σταματήσουμε.
Discover more from The Persona
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
