Η Μαριάντζελα Κατσιαβριά γεννήθηκε το 2001 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στο Κερατσίνι. Είναι τελειόφοιτη του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και σκοπεύει να ακολουθήσει μεταπτυχιακές σπουδές στον κλάδο των Σπουδών Φύλου. Έχει γράψει πέντε θεατρικά έργα και μερικά από αυτά εχουν ανέβει επί σκηνής, όπως το ”Όνομα μητρός Λίλιθ”, που παρακολουθήσαμε τον Ιούνιο, στο θέατρο Επί Κολωνώ.
Η παρουσία της έχει να κάνει με έναν ευχάριστο άνθρωπο, γεμάτο χρώματα, γνώσεις, και χαμόγελο, και εκ πρώτης όψεως δεν θα περίμενε εύκολα κανείς ότι η συγγραφική της πένα είναι πιο ”ωμή”. Δεν χαϊδεύει αυτιά, λέει τα πράγματα με το όνομα τους, διατηρώντας πάντα την τρυφερότητα της και αυτό την κάνει μοναδική.
Μιλάει για επίκαιρα θέματα, όπως ο φεμινισμός, η ανθρωποφαγία, οι γυναικοκτονίες, τα ΜΜΕ, το πένθος, ο αποχωρισμός, η συνεξάρτηση και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Μιλάει για το τραύμα. Τσαλακώνει και τσαλακώνεται. Επουλώνει και επουλώνεται.
Ωστόσο το συμπέρασμα είναι δική σου ευθύνη. Και αυτό το ”πιγκ-πογκ” με τον αναγνώστη είναι σίγουρα καθηλωτικό. Ας δούμε περισσότερα παρακάτω.
- 1.Μόλις κυκλοφόρησε το νέο σου βιβλίο με τίτλο ‘‘ Όνομα μιτρός Λίλιθ”. Θέλεις να μας πεις κάποια λόγια για αυτό; Και επίσης, τι ρόλο παίζουν οι μοίρες στην ζωή σου; Πιστεύεις στην τύχη ή είναι όλα γραμμένα τελικά;
«Το Όνομα μητρός Λίλιθ είναι για μένα ένα σκοτεινό παραμύθι που μιλά για τη βία που κουβαλάμε στα σώματά μας — και για τον τρόπο που μας έχουν μάθει να την αποδεχόμαστε σαν φυσιολογική.
Βασίζεται στον μύθο των Μοιρών και σε μια παραλλαγή του Πίνδαρου που προσθέτει μια τέταρτη αδερφή, την Τύχη.
Μέσα από αυτήν τη μυθολογική βάση, ήθελα να χτίσω μια φεμινιστική αλληγορία για τις γυναικοκτονίες, την παθητικότητα, την κανονικοποίηση του θανάτου, και τελικά την ανάγκη να πάρουμε πίσω το νήμα της ζωής μας.
Όσο για τις Μοίρες στη δική μου ζωή… Νομίζω πως με έχουν απασχολήσει από πάντα. Από παιδί με τρόμαζε και ταυτόχρονα με σαγήνευε η ιδέα ότι κάποιοι “εκεί έξω” έχουν ήδη αποφασίσει για μένα. Και μέσα απ’ το γράψιμο προσπαθώ διαρκώς να καταλάβω αν αυτό είναι αλήθεια — ή αν μπορούμε να ξηλώσουμε το ύφασμα και να το ξαναράψουμε αλλιώς.
Δεν ξέρω αν πιστεύω στην τύχη. Ξέρω όμως πως δεν πιστεύω πια στη μοίρα όπως την εννοούσαν παλιά.
Πιστεύω στις πράξεις, στην ευθύνη, στις μικρές επιλογές που κάνουμε κάθε μέρα, ακόμα και με τρεμάμενα χέρια.
Το έργο, αλλά και η ίδια μου η ζωή, με έμαθαν ότι τα νήματα κόβονται — καμιά φορά βίαια, καμιά φορά αναγκαστικά. Αλλά υπάρχει πάντα ένας τρόπος να ξαναπιάσουμε το νήμα. Και αν δεν μπορούμε να το υφάνουμε όπως πριν, μπορούμε να πούμε τουλάχιστον: από εδώ και πέρα, το γράφω εγώ»
2. Υπάρχει κάποιος ήρωας από τα έργα σου που ταυτίζεσαι περισσότερο μαζί του, και αν ναι γιατί;
«Αν υπάρχει ένας ήρωας από τα έργα μου με τον οποίο ταυτίζομαι απόλυτα, αυτός είναι το Ροζ από το θεατρικό μου έργο ¨Rainbow¨.
Είναι ένα έργο που ακολουθεί πέντε non-binary άτομα που ζουν στο ίδιο σπίτι – μια “επιλεγμένη οικογένεια” που λειτουργεί ως καταφύγιο μέσα σε έναν κόσμο που συχνά δεν χωράει το διαφορετικό. Κάθε χαρακτήρας του έργου είναι εμπνευσμένος από ένα άτομο της δικής μου παρέας. Και το Ροζ… είναι απλώς εγώ.
Όταν το έγραφα, είχα στο μυαλό μου πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Ήθελα να μιλήσω για τον φόβο του αποχωρισμού, για το πόσο δύσκολο μου είναι να φεύγω από καταστάσεις, σχέσεις, φιλίες – ακόμα κι όταν ξέρω ότι πρέπει.
Γι’ αυτό και έβαλα το Ροζ να είναι το μόνο πρόσωπο που φεύγει στο τέλος.
Το μόνο που τολμά να αποχαιρετήσει αυτή την προστατευμένη μικρή κοινότητα και να προχωρήσει παρακάτω. Ήταν κάτι που δεν μπορούσα να κάνω στην πραγματικότητα εκείνη την περίοδο – κι έτσι το έβαλα να το κάνει το φαντασιακό μου “εγώ”.
Με κάποιο τρόπο, έγραψα το Ροζ για να μου δείξει έναν δρόμο. Για να μου πει ότι γίνεται να φύγεις και να αγαπάς ακόμα.
Ότι το τέλος δεν ακυρώνει ό,τι υπήρξε, αλλά μπορεί να είναι και φροντίδα. Και νομίζω, τελικά, αυτός είναι ο λόγος που γράφω: για να μάθω να ζω πράγματα που στην πραγματικότητα με τρομάζουν».
- 3.Παρουσιάσεις και έργα σου έχουν λάβει χώρα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Πως ήταν αυτή η επαφή με τον κόσμο;
«Η επαφή με το κοινό δεν είναι από τα πιο αγαπημένα μου κομμάτια. Όχι γιατί δεν αναγνωρίζω τη σημασία της, αλλά γιατί, ως νευροδιαφορετικό άτομο, η συναναστροφή με πολλούς ανθρώπους μαζί μου είναι συχνά δύσκολη, κουραστική, υπερδιεγερτική.
Παρόλα αυτά, κάθε φορά που βλέπω ανθρώπους να βγαίνουν από το σπίτι τους και να έρχονται να δουν κάτι που έχω δημιουργήσει, νιώθω βαθιά συγκίνηση.
Ίσως γιατί ξέρω από πρώτο χέρι πόσο δύσκολο είναι να το κάνεις αυτό. Πόση ενέργεια, πόση προετοιμασία, πόση εκτεθειμένη τρυφερότητα μπορεί να απαιτεί. Οπότε το να τους βλέπω να κάθονται σε μια καρέκλα απέναντί μου, να μπαίνουν σε έναν κόσμο που έφτιαξα, είναι σχεδόν ιερό.
Η εμπειρία στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη είχε ξεκάθαρες διαφορές.
Στην Αθήνα, τα πράγματα ήταν συνήθως πιο “απρόσωπα” — πιο αυστηρά, πιο επαγγελματικά, πιο ψυχρά κάποιες φορές.
Στη Θεσσαλονίκη, αντίθετα, όλα ήταν πιο κοντά μου. Πιο προσωπικά, πιο ζεστά, πιο queer. Ένιωθα πιο ασφαλής να υπάρχω όπως είμαι, χωρίς να εξηγώ, χωρίς να αποδεικνύω. Και νομίζω πως αυτό, τελικά, κάνει και τη διαφορά: το να νιώθεις ότι είσαι ανάμεσα σε ανθρώπους που σε βλέπουν ολόκληρη, χωρίς φίλτρα».
- 4.Κάποιο σχόλιο ή κάποια κριτική που σου έχει μείνει και γιατί;
«Γενικά νιώθω πως μέχρι στιγμής έχω υπάρξει αρκετά προστατευμένη. Δεν έχω λάβει πολλή αρνητική κριτική κατά πρόσωπο — ίσως γιατί ο κόσμος που έρχεται στις παρουσιάσεις ή στις παραστάσεις είναι ήδη κάπως “συγγενικός”.
Παρ’ όλα αυτά, στο πρώτο μου βιβλίο υπήρξαν κάποια σχόλια στο Goodreads που με είχαν στεναχωρήσει αρκετά. Είχαν χαρακτηρίσει το βιβλίο pretentious, υπερφίαλο, και υπήρχε και ένα σχόλιο που έλεγε πως “είναι κρίμα για τα δέντρα που κόπηκαν για να τυπωθεί”.
Ήταν σκληρό, γιατί εγώ γράφω με αλήθεια, από την καρδιά μου, χωρίς να παριστάνω κάτι.
Κι ένα από τα προσωπικά μου κόμπλεξ είναι ότι νιώθω πως δεν χειρίζομαι πάντα “σωστά” την ελληνική γλώσσα — οπότε αυτό με άγγιξε βαθιά.
Από την άλλη, ένα από τα πιο συγκινητικά σχόλια που έχω λάβει — και με έναν τρόπο και ενδυναμωτικό — ήταν πως “γράφεις με τόσο πάθος για τον φεμινισμό που θα τρομάξεις τους άντρες”.
Το θυμάμαι γιατί ενώ είχε μια δόση “προειδοποίησης”, στην πραγματικότητα με χαροποίησε πολύ. Γιατί ναι, γράφω με πάθος, και δεν φοβάμαι πια να τρομάξω — ή να πω δυνατά αυτά που καίνε.
Και αν κάποιος τρομάξει, τότε ίσως αυτό σημαίνει πως το κείμενο έκανε τη δουλειά του».
- 5.Στο θεατρικό σου έργο Α(γρ)υπνία, έχεις αναφέρει ότι ένας χαρακτήρας, η Δέσποινα είναι μια μεσήλικη γυναίκα που ενσαρκώνει την Παναγία με μια δική σου ερμηνεία. Το θεωρείς τολμηρό ή δίστασες ποτέ να θίξεις αυτό το θέμα, δεδομένου ότι ζούμε σε μια αρκετά θρησκόληπτη κοινωνία που αντιδρά σε ό,τι έχει να κάνει με τα Θεία (βλ. Πινακοθήκη).
«Η Αγρυπνία διαδραματίζεται μέσα σε μια μπουτίκ καλλυντικών, όπου μαζεύονται άνθρωποι για να θρηνήσουν — φαινομενικά για αγαπημένα τους πρόσωπα, αλλά στην πραγματικότητα για κάτι πιο υπαρξιακό: για απώλειες, μεταβάσεις, ή κομμάτια του εαυτού τους που δεν υπάρχουν πια.
Ανάμεσά τους υπάρχει η Δέσποινα, μια μεσήλικη γυναίκα που λέει πως έχει χάσει τον γιο της και επιστρέφει ξανά και ξανά σε αυτές τις τελετουργίες.
Στην πορεία αποκαλύπτεται πως η Δέσποινα δεν είναι άλλη από μια μορφή της Παναγίας — όχι όπως την ξέρουμε, αλλά όπως την έχουμε φορτώσει. Η Παναγία ως σύμβολο της γυναίκας-μάρτυρα, της τέλειας μητέρας, της απόλυτα σιωπηλής και υπομονετικής.
Με ρωτήσατε αν το θεωρώ τολμηρό ή αν δίστασα να αγγίξω αυτό το θέμα, δεδομένης της θρησκοληψίας που συχνά υπάρχει στη χώρα μας.
Κι η αλήθεια είναι πως όχι, δεν δίστασα — γιατί δεν ήθελα να χλευάσω ή να προσβάλω. Ήθελα να πω κάτι ειλικρινές. Εγώ προσωπικά δεν πιστεύω. Αλλά έχω μεγαλώσει μέσα στην Εκκλησία, στο κατηχητικό, σε μια οικογένεια που πιστεύει. Και νιώθω πως μπορώ να σέβομαι βαθιά την πίστη, όταν αυτή με σέβεται πίσω.
Σέβομαι την πίστη των ανθρώπων, τολμώ να πω κιόλας πως ζηλεύω όσους έχουν τη δύναμη να πιστεύουν.
Με ενοχλεί λοιπόν όταν η κοινωνία χρησιμοποιεί την πίστη για να ελέγχει, να καταπιέζει, να στιγματίζει. Δεν θα σεβαστώ ποτέ τη θρησκοληψία, την τιμωρητική ηθική, ή τις ιεραρχίες που βαφτίζονται “θείο σχέδιο”.
Η Δέσποινα της Αγρυπνίας δεν είναι βλασφημία.
Είναι μια γυναίκα που κουράστηκε να είναι άγιο σύμβολο. Που θέλει να είναι απλώς άνθρωπος. Και γι’ αυτό, για μένα, είναι από τους πιο ευάλωτους και αληθινούς χαρακτήρες που έχω γράψει».

Σύλβια Ευσταθιάδου, Αργυρώ Βώβου, Μαριάντζελα Κατσιαβριά, Κατερίνα Κλαυδιανού, Ορφέας Ιωάννης Γκουγκουλής, από την παρουσίαση του βιβλίου ”Αγάπη ή πως να γεννήσεις κάποιον από τον κώλο σου”.
- 6. Πως σπάει κανείς την ‘’λούπα’’ της συνεξάρτησης;
«Στο ¨Αγάπη ή πώς να γεννήσεις κάποιον από τον κώλο σου¨, ήθελα να μιλήσω για τη λούπα της συνεξάρτησης μέσα σε μια κακοποιητική σχέση — όχι με ηθικολογία, αλλά με ειλικρίνεια και τρυφερότητα για τον άνθρωπο που παγιδεύεται μέσα της.
Γιατί, η αλήθεια είναι, κανείς δεν “πάει” συνειδητά στη λούπα της συνεξάρτησης. Δεν την διαλέγεις. Την ονομάζεις αγάπη, ανάγκη, φροντίδα, ελπίδα.
Σου φαίνεται σαν το μόνο οικείο πράγμα μέσα στο χάος. Και πριν το καταλάβεις, έχεις μάθει να υπάρχεις μέσα από τον άλλον. Να ρυθμίζεσαι με βάση τις δικές του ανάγκες. Να χάνεσαι, σιγά σιγά, ελπίζοντας πως αν μείνεις λίγο ακόμα, κάτι θα αλλάξει.
Η συνεξάρτηση είναι μια συνθήκη που φτιάχνεται με μικρές υποχωρήσεις. Με σιωπές που καταπίνονται. Με φόβο που μεταμφιέζεται σε στοργή. Και συχνά, με την πεποίθηση πως δεν αξίζεις κάτι καλύτερο. Ήθελα να δώσω χώρο σε αυτή τη διαστρεβλωμένη αίσθηση “αγάπης” — όχι για να τη δικαιολογήσω, αλλά για να την φωτίσω.
Γιατί όσο δεν τη βλέπουμε, τόσο περισσότερο εγκλωβίζει.
Η ηρωίδα του έργου, που γεννά επανειλημμένα τον άνθρωπο που θα την καταβροχθίσει, θα τη βιάσει, θα τη σκοτώσει, είναι μια ακραία μεταφορά του πώς μαθαίνουμε να ζούμε για τους άλλους.
Να γινόμαστε η μητέρα, η τροφός, το έδαφος πάνω στο οποίο χτίζει ο άλλος την ύπαρξή του — και τελικά να ξεχνάμε ότι υπάρχουμε κι εμείς.
Ήθελα να δείξω πως η έξοδος από αυτή τη λούπα δεν είναι απαραίτητα ηρωική. Είναι επώδυνη. Αργή. Και καμιά φορά δεν μοιάζει με απελευθέρωση — μοιάζει με πένθος».

Στιγμιότυπο από την παρουσίαση του βιβλίου ”Αγάπη ή πως να γεννήσεις κάποιον από τον κώλο σου”, εκδ. Βάκχικον.
- 7. Ας πάμε λίγο στο πρώτο σου έργο. Στο ‘’ένας μικρός θάνατος’’ βλέπουμε εγκληματίες να σκοτώνουν για την επιβίωση τους και όλα αυτά σε μια τηλεοπτική εκπομπή, μέχρι που ο παρουσιαστής καλείται να παλέψει και αυτός. Θεωρείς ότι το έργο είναι ακόμα επίκαιρο και αντικατοπτρίζει την ανθρωποφαγία και τα ελληνικά ΜΜΕ;
«Ναι, θεωρώ ότι το ¨Ένας μικρός θάνατος¨ είναι δυστυχώς ακόμα επίκαιρο. Ίσως και πιο επίκαιρο από τότε που το έγραψα.
Η ανθρωποφαγία, όχι μόνο ως μεταφορά αλλά ως πρακτική, έχει πια εγκατασταθεί σταθερά στον τρόπο που λειτουργούν τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Ζούμε σε μια εποχή που η κακοποίηση, η φτώχεια, ο θάνατος, το τραύμα μετατρέπονται σε θεάματα.
Και ο παρουσιαστής που στο τέλος καλείται κι ο ίδιος να παλέψει, δεν είναι παρά η στιγμή που το σύστημα καταρρέει από την ίδια του την απληστία.
Το έργο είναι δυστοπικό, αλλά βασίζεται σε μηχανισμούς που ήδη γνωρίζουμε. Η τηλεοπτική εκπομπή λειτουργεί σαν μικρογραφία της κοινωνίας — μια κοινωνία που ζητά αίμα για να αισθανθεί ζωντανή, που θυσιάζει ανθρώπους στο όνομα της “πληροφόρησης” ή της “ψυχαγωγίας”, και στο τέλος κανείς δεν είναι ασφαλής. Ούτε καν εκείνος που νόμιζε πως ελέγχει το παιχνίδι.
Δεν έγραψα το έργο για να καταγγείλω απλώς τα media. Το έγραψα για να θέσω το ερώτημα: τι μας κρατά θεατές μπροστά σε όλο αυτό;
Γιατί δεν αλλάζουμε κανάλι — κυριολεκτικά και μεταφορικά; Κι αν κάποιος τελικά σηκωθεί από τον καναπέ, τι κόστος έχει αυτό»;
- 8. Πως θα περιέγραφες με λίγα λόγια την συγγραφική σου πένα;
«Αν έπρεπε να περιγράψω με λίγα λόγια τη συγγραφική μου πένα, θα έλεγα πως είναι μια φωνή που δεν φοβάται να καεί.
Γράφω από τα σπλάχνα, με τρόπο ωμό, τρυφερό, και σχεδόν πάντα βαθιά συναισθηματικό — ακόμα κι όταν μιλάω για πολιτική, συστήματα εξουσίας ή θεσμική βία.
Η γραφή μου κινείται ανάμεσα στο ποιητικό και στο ρεαλιστικό, στο σωματικό και στο μεταφυσικό. Μου αρέσει να παίρνω το τραύμα και να το κοιτάζω από κοντά, χωρίς ωραιοποίηση, αλλά και χωρίς απόγνωση.
Δεν γράφω για να σοκάρω — γράφω για να καταλάβω, για να επουλώσω, για να δώσω χώρο σε πράγματα που δεν λέγονται εύκολα.
Η πένα μου, νομίζω, μοιάζει με κραυγή που ξέρει και να ψιθυρίζει. Με έναν παλμό που χτυπά στα άκρα — είτε μιλάμε για μια Παναγία σε μια αγρυπνία σε μια μπουτίκ καλλυντικών, είτε για μια queer συγκατοίκηση που πενθεί την παιδικότητα που φεύγει, είτε για Μοίρες που κουράστηκαν να κόβουν νήματα.
Αν μπορώ να πω κάτι με σιγουριά, είναι ότι δεν γράφω για να κρυφτώ — γράφω για να φανερωθώ. Και να αφήσω χώρο και για άλλες να κάνουν το ίδιο».
- 9. Θέλεις να μας μιλήσεις για το πρώτο σου μυθιστόρημα ; Πότε θα κυκλοφορήσει;
«Το πρώτο μου μυθιστόρημα λέγεται: ¨Το μαύρο περίγραμμα των λουλουδιών¨, και το προσπαθώ να το ολοκληρώσω εδώ και δύο χρόνια. Ίσως είναι και το πιο κοντινό σε μένα από οτιδήποτε άλλο έχω γράψει.
Δεν είναι απλώς μια ιστορία — είναι ένα κομμάτι της ζωής μου που έγινε λέξεις. Και γι’ αυτό ίσως με έχει πονέσει και με έχει δυσκολέψει τόσο πολύ.
Υπήρξαν συνθήκες γύρω μου — και μέσα μου — που με έκαναν να το σταματήσω. Υπήρξε κούραση, αυτοαμφισβήτηση, μια αίσθηση πως “δεν είμαι ικανή”, πως “δεν θα είναι αρκετό”.
Όμως μέσα μου ξέρω ότι το χρωστάω στον εαυτό μου να το τελειώσω.
Είναι ένας από τους πιο σημαντικούς στόχους μου αυτή τη στιγμή — όχι μόνο ως συγγραφέας, αλλά ως άνθρωπος που προσπαθεί να επανενώσει τα κομμάτια του.
Ελπίζω όλα να πάνε καλά και να καταφέρω να το ολοκληρώσω σε ένα πλαίσιο που να το αγκαλιάσει όπως του αξίζει. Και ναι — εύχομαι να πάρει και την αναγνώριση που του αξίζει, γιατί πιστεύω πως είναι ένα έργο που έχει κάτι να πει.
Αλλά ακόμα κι αν όχι, εγώ ξέρω πως είναι αληθινό. Κι αυτό είναι αρκετό».
Μπορείτε να βρείτε όλα τα έργα της Μαριάντζελας Κατσιαβριά για ανάγνωση εδώ
Discover more from The Persona
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
