Με αφορμή τη νέα της ταινία “Χωρίς αναπνοή’“, η Άννα Πούδη μιλά στο The Persona για τη δύναμη της ποίησης, τη συγγραφή παραμυθιών, την ψυχική υγεία, τον έρωτα, τη μνήμη και τα όνειρα.
Στη γραφή της κυριαρχούν ο συμβολισμός και η υπερρεαλιστική προσέγγιση, μέσα από τα οποία αποτυπώνει συναισθήματα, και εσωτερικές αναζητήσεις.
Μέσα από μια ειλικρινή και ουσιαστική συζήτηση, ανοίγει την καρδιά της, μοιράζεται τις εμπειρίες που επηρέασαν τη δημιουργική της πορεία, και εξηγεί γιατί πιστεύει ότι η λογοτεχνία μπορεί να αποτελέσει γέφυρα κατανόησης, αποδοχής και ελπίδας.
Και ίσως το σημαντικότερο μήνυμα που αφήνει μέσα από τη γραφή της είναι αυτό: να μην σταματάμε ποτέ να ονειρευόμαστε.
- Ας ξεκινήσουμε από τα πιο βασικά. Μόλις ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα της πρώτης σου ταινίας μικρού μήκους. Πες μας περισσότερο για αυτό.
Ήταν μια ξεχωριστή και πολύ συγκινητική εμπειρία. 7 γυναίκες που ενωθήκαμε, από Πτολεμαΐδα και Αθήνα, για έναν κοινό και σπουδαίο σκοπό, την έμφυλη βία και τις γυναικοκτονίες.
Πριν δύο μήνες, ξεκίνησα να μαζεύω υπογραφές για τη νομική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» και, κάπως έτσι, γεννήθηκε η επιθυμία για τη δημιουργία μιας ταινίας μικρού μήκους για το συγκεκριμένο θέμα.
Έκανα σχετική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μέσα σε λίγες ημέρες, κάτι το οποίο δεν το περίμενα, μπορώ να πω, μου έγραψαν αρκετές γυναίκες και από Πτολεμαΐδα αλλά και από Αθήνα και τελικά μαζευτήκαμε στην Πτολεμαΐδα.
Αυτό που μας συγκίνησε τόσο πολύ ήταν ότι αυτές τις τρεις μέρες δώσαμε όλοι μαζί, και τα κορίτσια αλλά και ο βιντεολήπτης μας, απίστευτη ενέργεια, ψυχή και σώμα, αψηφώντας τη ζέστη και οποιαδήποτε αντίξοη συνθήκη. Και θα το έκανα ξανά και ξανά.
Ευελπιστούμε ότι η ταινία θα περάσει το μήνυμα που θέλουμε – ότι δηλαδή φτάνει πια με τις γυναικοκτονίες.
Δεν σιωπάμε και πρέπει, επιτέλους, να μας ακούσει το κράτος και η κοινωνία μας. Θα είμαστε ενωμένες. Καμία λιγότερη. Καμία μόνη.
- Στα κοινωνικά δίκτυα έχεις ενεργή ενασχόληση με πολιτική, κοινωνικά θέματα και έμφυλα ζητήματα. Έχεις δεχτεί κριτική για αυτό και έχει επηρεάσει ποτέ την καριέρα σου;
Βέβαια! Έχω δεχτεί αρκετή κριτική κι από άνδρες και από γυναίκες. Όμως, αυτό που μου δίνει ώθηση να συνεχίζω να ασχολούμαι με αυτά τα ζητήματα είναι το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι πολύ υποστηρικτική.
Όσοι ασκούν αρνητική κριτική θεωρώ ότι είναι μεμονωμένα περιστατικά, που δεν θέλουν να δουν την πραγματικότητα και την αγνοούν, οπότε αμύνονται με αυτόν τον τρόπο. Με το να βγουν και να καταθέσουν ένα δριμύ «κατηγορώ» νιώθουν ότι έτσι δεν θα δουν την αλήθεια γύρω τους.
Όσον αφορά το αν έχει επηρεαστεί η επαγγελματική μου δραστηριότητα και καθημερινότητα, δεν είναι κάτι το οποίο με έχει απασχολήσει ιδιαίτερα.
Σίγουρα, θα συμβαίνει σε κάποιον βαθμό, είτε το καταλαβαίνω εγώ είτε όχι. Όμως, δεν οπισθοχωρώ, γιατί όσο τα βάζουμε κάτω από το χαλί τόσο θα μεγεθύνονται τα σοβαρά κοινωνικά ζητήματα εν γένει και ειδικότερα τα έμφυλα ζητήματα και επειδή με θυμώνει πάρα πολύ το να συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεν θα εγκαταλείψω την προσπάθεια, ακόμη κι αν βάλλομαι πανταχόθεν.
- Έχεις πάρει μέρος στην ανθολογία ‘’Thalassa’’ από τις εκδόσεις Booksitting. Ποιες είναι οι πρώτες λέξεις που σου έρχονται στο μυαλό όταν ακούς την λέξη θάλασσα;
Μμμ, θάλασσα. Πόσο τη λατρεύω! Από παιδί.Θα πω: Ηρεμία, σαγήνη, νοσταλγία αλλά και φουρτούνα.
Γιατί έτσι ακριβώς είναι και η ζωή.
Με τα πάνω της και τα κάτω της, σε κάθε έκφανσή της. Πότε ορμητική και πότε ήρεμη, πότε χαρούμενη και πότε στενόχωρη, αλλά πάντα τόσο γοητευτική, με όλες τις απροσδόκητες προκλήσεις της.
Αλλιώς, σίγουρα, θα βαριόμασταν.

Το cast της ταινίας ”Χωρίς Αναπνοή”
- Έχεις πάρει μέρος και στις Παραμυθένιες πένες από τις εκδόσεις Κέφαλος. Πως ξεκίνησε η ενασχόληση με τα παραμύθια;
Ήταν κάτι εντελώς ξαφνικό. Πρώτη φορά έκανα απόπειρα να ασχοληθώ με τη συγγραφή σύντομου παραμυθιού. Γράφω χρόνια, κυρίως ποίηση, κι έτσι, η ενασχόληση με τα παραμύθια, αποτέλεσε σίγουρα μία μεγάλη πρόκληση για εμένα.
Έχω γράψει δύο παραμύθια. Το ένα, που συμπεριλήφθηκε στον τόμο «Παραμυθένιες Πένες» ονομάζεται «Η πολύχρωμη κυρία θλίψη», πραγματεύεται με έναν όμορφο παιδικό τρόπο το σοβαρό ζήτημα της κατάθλιψης, μέσα από την ιστορία ενός μικρού γκρίζου σύννεφου, που είναι θλιμμένο και στεναχωρεμένο, και η αφορμή ήταν η δική μου μάχη με την κατάθλιψη και την οριακή διαταραχή.
Ήθελα να αποστιγματοποιήσω τις ψυχικές ασθένειες και να παροτρύνω τον κόσμο να μιλάει για αυτές, χωρίς να φοβάται και να ντρέπεται. Γιατί, όταν θα το έχουμε καταφέρει αυτό, έστω και σε κάποιον βαθμό, θα έχουμε κάνει το πρώτο βήμα προς την ψυχική μας απελευθέρωση.
Και το δεύτερο παραμυθάκι έχει τίτλο «η τσάντα που δεν τη διάλεγε κανείς» και μιλάει για την συμπερίληψη και την αποδοχή της διαφορετικότητας. Αυτό δεν έχει συμπεριληφθεί κάπου.
Είμαι σε συζητήσεις με εκδοτικό για πιθανή έκδοση.
Όμως, το έχω μοιραστεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε ιστολόγια, γιατί, πρωτίστως, με ενδιέφερε να το διαβάσουν γονείς μαζί με τα παιδιά τους, αλλά και εκπαιδευτικοί, φυσικά, για να δουν με τα μάτια της ψυχής τους πόσο σημαντικό είναι να αγαπάμε τα παιδιά μας χωρίς το φίλτρο της διάκρισης.
Η αγάπη είναι ο συνδετικός κρίκος για όλα!!!
- Στα ποιήματά σου, ο έρωτας παρουσιάζεται ως λυτρωτικός ή ως μια ακόμη μορφή δοκιμασίας;
Χμ, πολύ ωραία ερώτηση!
Ο έρωτας πιστεύω ότι είναι ένα συναίσθημα δυνατό και πολύπλευρο. Είναι ανάλογα πώς τον βιώνει ο κάθε άνθρωπος και σε ποια φάση της ζωής του βρίσκεται.
Εγώ στα ποιήματά μου κυρίως παρουσιάζω τη δύσκολη πλευρά του, παίρνοντας έμπνευση από όσα ακούω και διαβάζω αλλά και από ιστορίες που μου διηγούνται άνθρωποι από το περιβάλλον μου.
Κι εκεί διαπιστώνω ότι κατά βάση ταλαιπωρούνται από έρωτα. Χαχα. Δεν είναι εύκολο ψυχικά το να αισθάνεσαι δυνατά. Λένε πως, όποιος αγαπά δεν παιδεύει.
Συμφωνώ, αλλά και πάλι, αν δεν υπάρχει και μία ένταση, μία δίνη μεταξύ δύο ανθρώπων, δεν έχει νόημα να συμβιώνουν μέσα σε μία επίπεδη κατάσταση.
Ο έρωτας θέλει μπόλικη τρέλα, παράδοση άνευ όρων και οπού μας βγάλει.
Ένα αγαπημένο μου βιβλίο, το «Όπου σε πάει η καρδιά», της Σουζάνας Ταμάρο, λέει σε κάποιο σημείο: « Άκου πολύ αργά, προσεκτικά. Άκου την καρδιά τι σου ψιθυρίζει και στο τέλος πήγαινε όπου σε πάει εκείνη».
- Η μνήμη στα ποιήματά σου μοιάζει άλλοτε καταφύγιο και άλλοτε φυλακή. Ποια από τις δύο όψεις θεωρείς ισχυρότερη;
Αναμφισβήτητα, τη δεύτερη. Όταν λειτουργεί ως καταφύγιο, νιώθεις μια ασφάλεια. Είναι οι στιγμές που έχεις ζήσει οι όμορφες, αυτές που είναι σαν γιατρικό για την ψυχή. Τις θυμάσαι και χαμογελάς.
Είναι όμως και εκείνες που κόβουν σαν μαχαίρι και όπου τις αγγίζεις πονάνε, σε στοιχειώνουν, σε εγκλωβίζουν, σαν φυλακή.
Αυτές πιστεύω ότι περισσότερο μας τραντάζουν εσωτερικά, γιατί είναι πολλοί μικροί διαφορετικοί εαυτοί, που μάχονται μεταξύ τους για να ισορροπήσουν.
Κουβαλάνε τραύματα από το παρελθόν. Ίσως, όμως, παρά τον πόνο που προκαλούν να αποτελούν και την πιο ατόφια προσωπική πλευρά μας.
Την προσωπικότητά μας, που χτίστηκε μέσα από τα χαλάσματα αυτά. Σαν συναισθηματική ανοικοδόμηση.
- Πώς βλέπεις τη θέση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης σήμερα; Πιστεύεις ότι εξακολουθεί να βρίσκει το κοινό της;
Φυσικά!!! Και πάντα θα τη βρίσκει. Όσο κι αν κάποιοι δεν το πιστεύουν και θέλουν να κηρύξουν το τέλος της. Όχι.
Η ποίηση δεν πεθαίνει ποτέ, όσο συνεχίζουμε να γράφουμε και να καταθέτουμε την ψυχή μας, με οποιονδήποτε τρόπο. Αρκεί, να μην μπαίνει σε καλούπια για χάρη των εκδοτικών.
Να γράφουμε όπως νιώθουμε. Η πιο καθαρή μορφή ποίησης είναι εκείνη που απορρέει από τα βιώματά μας, από τον πόνο μας, από τις μάχες που δίνουμε καθημερινά όλοι μας για να σταθούμε όρθιοι, απέναντι σε κάθε πόλεμο. Γράφετε γιατί χανόμαστε!!! Αν πάψουμε να γράφουμε και να εκφραζόμαστε, τότε θα είναι σαν να είμαστε ήδη νεκροί.
- Τελικά, το να είναι κανείς ονειροπόλος είναι ευλογία ή κατάρα;
Χμ! Και τα δύο! Γιατί είναι μοναδικό να ονειρευόμαστε, να κάνουμε σχέδια, να οραματιζόμαστε. Τα όνειρα είναι η κινητήριος δύναμη του ανθρώπου.
Χωρίς τα όνειρα, δεν θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε.
Παρόλα αυτά, σίγουρα, πάντοτε θα υπάρχουν εξωτερικοί παράγοντες και άνθρωποι που θα θέλουν να μας επιβάλλουν να σταματήσουμε να ονειρευόμαστε. Γιατί τους χαλάμε τη δική τους πεζή πραγματικότητα. Μπορεί και να μας πουν τρελούς καμιά φορά και ότι πετάμε στα συννεφάκια.
Εγώ θα πω, όμως, κλείνοντας πως το να είναι κανείς ονειροπόλος σημαίνει ότι ζει, δημιουργεί, νιώθει, εμπνέεται και εμπνέει.
Μην σταματήσετε, λοιπόν, να κάνετε όνειρα.
Να θυμάστε, ο επιμένων νικά στο τέλος. Ζήστε και ονειρευτείτε σαν να μην υπάρχει αύριο. Γιατί, όπως έλεγε και ο αγαπημένος μας Ελύτης, στο ποίημά του «Το παράπονο»: «όσο κι αν κανείς προσέχει, όσο κι αν το κυνηγά, πάντα, πάντα, θα ‘ναι αργά. Δεύτερη ζωή δεν έχει».
Σας ευχαριστώ από καρδιάς για την υπέροχη συνέντευξη και τις εξαιρετικές ερωτήσεις. Μου δώσατε μια μοναδική ευκαιρία να ανοίξω την καρδιά μου και να μοιραστώ, με πολλή συγκίνηση, σκέψεις και συναισθήματα.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Άννα Πούδη γεννήθηκε το 1996 στη Θεσσαλονίκη.
Είναι φιλόλογος στο επάγγελμα. Απόφοιτη Κλασικής Φιλολογίας του ΔΠΘ, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου. Διαθέτει, επίσης, πιστοποίηση στον κλάδο της Συμβουλευτικής και του Επαγγελματικού Προσανατολισμού και των Μαθησιακών Δυσκολίων.
Από το 2015, άρχισε σταδιακά να ασχολείται με τη συγγραφή.
Τα πρώτα της βήματα, ήταν στη συγγραφή μικρο-διηγημάτων.
Ενώ, από το 2021, μέχρι και σήμερα, ασχολείται ενεργά με την ποίηση.
Κείμενά της έχουν φιλοξενηθεί σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά, όπως τα: Fruitful Writing, Fractal, Booksitting, Logoclub, Storywits, Έννεπε Μούσα, Homo Universalis, Λογοδιαδρομές κ.ά.
Επίσης, έχει συμμετάσχει στις συλλογικές εκδόσεις «Project 240’’» (Εκδόσεις Σαΐτα), «Thalassa» (Booksitting) και στον τόμο παραμυθιών «Παραμυθένιες Πένες» (Εκδόσεις Κέφαλος). Παράλληλα, αρθρογραφεί και για θέματα κοινωνικού προβληματισμού.
Είναι ακτιβίστρια, μέλος τους Συλλόγου «Κίνηση Πολιτών Πτολεμαϊδας», καθώς και του δικτύου «Η Φωνή Της», ένα δίκτυο γυναικών συγγραφέων στην Ελλάδα, που δημιουργήθηκε με σκοπό την καταπολέμηση της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών.
Discover more from The Persona
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
